Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίκαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίκαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Αφιέρωμα στην Πρωτομαγιά


Ένα δάκρυ για τον μπαρμπα – Τζίμη
       Η αλήθεια πως ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας. Κάποιοι μας κάτω από τα είκοσι. Κάποιοι πιο πάνω. Αυτός σαρανταδύο! Από σεβασμό κι αγάπη τον εφωνάζαμε μπάρμπα, κι από ασυλλογισιά! Εγώ τότε νόμιζα πως χρειαζόνταν τρεις αιώνες να φτάσω τα σαρανταδυό, που μου φαινότανε πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο θα νομίζανε και οι άλλοι και κάναμε μπάρμπα το Δημήτρη τον Ντεμίρη,πριν την ώρα του, κι ας μας έλεγε στην αρχή «μα γιατί δε με φωνάζετε σκέτα Τζίμη ή Δημήτρη;...».
       Βέβαια, εξόν την ηλικία του, ήταν κι ο παλιότερος στην Αμερική. Εμείς οι άλλοι φρεσκοφερμένοι. Μυρίζαμε θυμάρι ακόμα, ξενάκια! Ξενάκια, και τόσο θέλαμε κάποιον, κάτι σαν πατέρα, σαν μεγάλο αδελφό, σαν θείο, και υιοθετήσαμε για κάτι τέτοιο τον μπάρμπα Τζίμη, γιατί τον αγαπούσαμε. Όλοι μας τον αγαπούσαμε. Μα εγώ τον αγαπούσα απ ‘όλους πιο πολύ!
       Ήταν γιατί μου φαινόταν ήρωας ο μπαρμπα – Τζίμης, που ήρθε στην Αμερική το χρόνο που εγώ γεννήθηκα, κι όταν εγώ άρχισα να λέω ντα – ντα – ντα και μα- μα –μα, αυτός άρχισε να μιλάει τα αγγλικά και τώρα όποια λέξη ήθελες, την ήξερε! Κι ακόμα σπουδαιότερο κι ηρωικό μου φαινότανε που στον πόλεμο – στον πρώτο μεγάλο πόλεμο – αυτός ήταν  με τον αμερικάνικο στρατό και λαβώθηκε στη Γαλλία και πήρε και παράσημα. Είδα και φωτογραφίες του με στολή αξιωματικού και γαλόνια. Κι ήταν κι αμερικανός πολίτης και ψήφιζε ο μπαρμπα – Τζίμης, σαν ήτανε να βγάλουν πρόεδρο της Αμερικής, ψήφιζε! Όλα αυτά μου φαινόντανε τόσο σπουδαία τότε, τόσο ηρωικά.
       «Μπαρμπα – Τζίμη, το ξέρεις πως ακόμα δε μας είπες την ιστορία, πώς τα πήρες τα γαλόνια και τα παράσημα, τότε που λαβώθηκες στη Γαλλία, στη Φλάντρα; Νιώθω τέτοια περηφάνια για σένα, μια τέτοια περηφάνια!...».
Με κάρφωσε με τη ματιά του.
«Νίτσα, παιδί μου, εγώ δεν είμαι της ηλικίας σου και δε νιώθω περηφάνια. Γιατί κατάλαβα πως ο πόλεμος δε λύνει κανένα πρόβλημα, και σαν τελειώνει, μαζί με τη φοβερή καταστροφή και την ορφάνια, αφήνει και το σπόρο για νέο πόλεμο, μεγαλύτερο από τον προηγούμενο. Ναι, δε νιώθω και τόση περηφάνια για κείνα τα παράσημά μου, μα έκαμα κι εγώ κάτι στη ζωή μου...».
Και νομίσαμε πως θα ήταν καμιά ιστορία ηρωική για παλέματα με μπούφαλους και φίδια δέκα πήχες, εκεί στα δάση του Όρεγκον που έκοβε ξυλεία τα πρώτα χρόνια που ήρθε στην Αμερική, είτε με φάλαινες και μέδουσες στους πάγους της Αλάσκας, όπου δούλεψε ένα χρόνο με τα ψαράδικα ο  μπάρμπα – Τζίμης.
«Πες μας, μπαρμπα – Τζίμη, πες μας αυτή την ιστορία σου!...»
«Ήταν μετά που γυρίσαμε απ’ τον πόλεμο. Η κατάσταση άσκημη, όπως πάντα μετά από κάθε πόλεμο. Έπιασα δουλειά δεύτερος μάγειρας.
Την εποχή εκείνη στα ρεστοράν και τα ξενοδοχεία δουλεύαμε δώδεκα ώρες την ημέρα, κι εφτά μέρες την εβδομάδα. Αν δε δούλεψες στην Αμερική, μέσα σε κουζίνα, δώδεκα ώρες την ημέρα κι εφτά μέρες τη βδομάδα, τότε τι θα πει κόλαση δεν έχεις ιδέα. Φεύγει πάνωθέ σου κάθε ζωή και νιώθεις φορτίο το κορμί σου. Και σαν σκολάσεις, πού να κοιμηθείς απ’τα ταραγμένα νεύρα. Ακούς ακόμα το σερβιτόρο να ξεφωνίζει τις παραγγελίες, μαλώνεις με τον πιατά, το σαλατά, τον παραμάγερα! Οι πελάτες στέλνουν πίσω τις παραγγελίες – πολύ ωμή η μπριζόλα, πολύ ξεροψημένο το μπιφτέκι!- και, προτού ξεκουραστείς, στριγγλίζει το ξυπνητήρι!
Όταν κάποιος δικός μας, που δούλευε αυτός σε αμερικάνικο ρέστοραν μονάχα οχτώ ώρες την ημέρα κι έξι μέρες τη βδομάδα κι έπαιρνε μισθό μεγαλύτερο από το δικό μας, σκορπάει ένα ευαγγέλιο!
-         Δε μας τα δώσανε, παλέψαμε και τα πήραμε! Να οργανωθείτε κι εσείς στα γρεκικά μαγαζιά και να απαιτήσετε να δουλεύετε σαν  άνθρωποι!
Τότες εγώ – αρχές του είκοσι – δούλευα σε εκείνο το μεγάλο ρεστοράν, αντίκρυ στο δημαρχείο, που το ‘χε ένας συγχωριανός μου. Δε δέχτηκε μήτε να το ακούσει.
-         Είστε στα καλά σας; Οχτάωρο κι έξι μέρες τη βδομάδα και μισθό μεγαλύτερο!... Μα δε θα ‘στε καλά!
Αποφασίσαμε να απεργήσουμε. Μεσημέρι αρχίσαμε. Και πάνω στη μεγάλη φούρια, που πέφτανε από το δημαρχείο οι υπάλληλοι κι ήταν κάργα το μαγαζί – δώδεκα και τέταρτο ακριβώς – μαγέροι, πιατάδες, σερβιτόροι, σαλατάδες, τηγανάδες, πετάμε όλοι τις ποδιές!
-         Αμάν, βρε παιδιά!... να με καταστρέψετε γυρεύετε, εμένα, το συμπατριώτη σας, που σας έδωσα δουλειά να ζήσετε; Βρε Δημήτρη, καίγονται τα κρέατα! Αμαρτία μεγάλη, Δημήτρη!...
-         Κι εγώ που καίγομαι πάνω από τις σκάρες και τα τηγάνια, δώδεκα ώρες την ημέρα, δεν είναι αμαρτία, αφεντικό;
Υπόγραψε αμέσως.  Μια ώρα μόνο βάσταξε η απεργία στο μαγαζί αυτό. Και γίναμε φίλοι ύστερα και μας έλεγε πως τα κέρδη του δεν πέσανε κι ας δουλεύαμε λιγότερες ώρες κι ας πλήρωνε και μεγαλύτερα μισθά τώρα, κι απορούσε.
Μα βέβαια. Τώρα αναπαυόντανε τα κορμιά μας και δουλεύαμε και με κέφι, με καρδιά, και βγάζαμε περσότερη και καλύτερη δουλειά.
Όμως ήταν και μαγαζιά που δε δεχτήκαν τα αιτήματα και βάσταξε σε μερικά εφτά μήνες η απεργία!
Να βρίσκεσαι σε απεργία εφτά μήνες δεν είναι εύκολο!...όσοι δουλεύαμε σε μαγαζιά που υπόγραψαν, συντηρούσαμε τους απεργούς  κι είχαμε και περισσευάμενη ώρα να ‘ μαστε δίπλα τους να τους δίνουμε θάρρος, μα είχαν χάσει πια το ηθικό τους και ήταν έτοιμοι να υποταχτούν, όταν σκεφτήκαμε να αποταθούμε στην πελατεία και σοφιστήκαμε να πάρουμε ένα πουλάρι, να το φορτώσουμε δυο πελώριες ταμπέλες με γράμματα ένα μπόι μεγάλα, αγγλικά, που έλεγαν: Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕΙ 8 ΩΡΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ. ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ». ΜΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΑΥΤΟ ΑΝΑΓΚΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ 12. Το πήραμε από το καπίστρι και πήγαμε μπρος σε κείνο το μεγάλο, το αριστοκρατικό ρέστοραν, στο Μάρκετ στρητ, και κόβαμε βόλτες μπρος στην πόρτα. Αν υπόγραφε αυτό, τότε θα υπογράφανε και τα άλλα μαγαζιά, τα μικρά και θα κερδιζόταν η απεργία.
Ήταν το πιο κεντρικό σημείο της πόλης! Σε λίγο μαζεύτηκε μεγάλο πλήθος. Πελάτης δεν μπαίνει στο μαγαζί.
Κι ο ρεστοραντιέρης βλέπει από μέσα κατατρομαγμένος και καταλαβαίνει πως για να διαλυθεί το πλήθος πρέπει να υπογράψει!
Υπόγραψε κι ακολούθησαν και τα μικρά αμέσως και γιορτάστηκε η νίκη μας μεγαλόπρεπα, μα γω δεν πήρα μέρος, γιατί βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Με παραφύλαξαν και με σακάτεψαν στο ξύλο, επειδή εγώ μίλησα και κατάφερα τον σέριφ να δώσει άδεια να περιφέρουμε το πουλάρι στο Μάρκετ στρητ, και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και μας έδειξε ο μπαρμπα – Τζίμης μια ουλή στο σβέρκο του με περηφάνια! «Να, τότε πήρα κι αυτό εδώ» και θαρρείς πως μας έδειχνε κάνα παράσημο!
«Νίτσα, παιδί μου, νιώθω περηφάνια γιατί, όταν το κάλεσε η στιγμή, έκανα το χρέος μου απέναντι στους συναδέλφους μου και βοήθησα να γίνει ευκολότερη και καλύτερη η ζωή μας, κι αυτό είναι σα να ‘βαλα κι εγώ ένα λιθαράκι στο χτίσιμο καλύτερης κοινωνίας!... Αν χάναμε τότε εκείνη την απεργία, ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα περνούσαν όσο να ξαναβρούμε κουράγιο να ξαναπολεμήσουμε για τα δίκια μας! Και γίναμε και παράδειγμα! Αμέσως σηκώθηκαν και απαιτούσαν οχτάωρο και στα άλλα μέρη της Αμερικής οι γρεκοί μαγεροσερβιτόροι! Στο Λος Άντζελες, στο Σικάγο, στη Νέα Υόρκη!...
Κι έτσι τώρα έχουμε καιρό να λιαστούμε και μεις μια φορά τη βδομάδα και να δούμε και τις ομορφιές και της φύσης. Έχουμε κι ώρα, και το έξοδο, για ένα κονσέρτο , ένα θέατρο, κι ένα βιβλίο, ένα περιοδικό!... κι όλα αυτά δίνουν χαρά στον άνθρωπο, και τον κάνουν και καλύτερο, και καλυτερεύει η κοινωνία, καλυτερεύει η ζωή!.... Έχουμε τώρα και μια πεντάρα παραπάνου να στείλουμε στους δικούς μας, κι έχουμε και περισσότερη ώρα για ένα γράμμα στη μάνα μας που το καρτερεί να χαρεί κι αυτή!.... και ωφελήθηκες και συ, Νίτσα! Πού θα βρίσκαμε καιρό να πηγαίναμε να δεις του κάμπους και τα ακρογιάλια της Καλιφόρνιας άμα δουλεύαμε ακόμα όπως εκείνο τον καιρό... Κατάλαβες, Νίτσα, γιατί νιώθω περηφάνια για ό,τι έκαμα τότε;..»
Κατάλαβα, κατάλαβα, είπα, αλλά μέσα μου έλεγα, «κοτζάμ αξιωματικός  κι έκατσε και τονε δείρανε και το λέει και δίχως ντροπή!». Μα να τον αντάμωνα σήμερα θα του ‘λεγα: «Ναι μπαρμπα – Τζίμη, καταλαβαίνω τώρα, καταλαβαίνω, και είμαι πολύ υπερήφανη που κάποτε σε γνώρισα» έτσι θα του λεγα!
Μα μπορεί και να μη ζει τώρα, μπορεί να κλεισε τα μάτια του τα θλιμμένα!... Και θα τονε βάλανε στης ξένης γης την αγκαλιά, άκλαυτο κι αμοιρολόγητο, όπως τόσους άκλαυτους κι αμοιρολόγητους σκέπασε τούτο το χώμα της ξενιτιάς!...
Θεανώ Παπάζογλου – Μάργαρη




Πρωτομαγιά

Πρωτομαγιά ονομάζεται η πρώτη μέρα του Μαΐου, η οποία είναι μέρα αργίας για πολλές χώρες του κόσμου.   Ο εορτασμός όμως της Πρωτομαγιάς είναι ένα από τα πολλά αρχαία παγανιστικά έθιμα που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα

Οι πρώτοι εορτασμοί της Πρωτομαγιάς ξεκίνησαν στην προ-χριστιανική Ευρώπη..  Για πολλές προ-χριστιανικές παγανιστικές κοινωνίες της Ευρώπης η Πρωτομαγιά εορταζόταν ως η πρώτη ημέρα του καλοκαιριού.  Με τον εκχριστιανισμό  έχασε το θρησκευτικό της χαρακτήρα. 

 

  Σήμερα  η   Πρωτομαγιά είναι συνώνυμη με την Παγκόσμια Μέρα των Εργατών, τιμούνται δηλαδή οι αγώνες των εργατών .  Σαν γιορτή των εργατών καθιερώθηκε το 1889,  για να θυμόμαστε το ξεσηκωμό των εργατών του Σικάγου, την 1η Μαΐου του 1886.






Η εξέγερση των εργατών του Σικάγου





 Προς το τέλος του 19ου αιώνα αυτό ήταν το κύριο αίτημα των εργατών

8 ώρες εργασία, 8 ώρες ύπνος, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος

ώστε ο εργάτης να έχει και χρόνο για  την κοινωνική ζωή του και την πνευματική του βελτίωση.



Οι κινήσεις για μείωση των ωρών εργασίας ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1860 στην Αμερική.
  Πρώτη φορά στο Σικάγο, το 1886,  η 1η Μαΐου έγινε μέρα γενικής απεργίας και μαζικών, δυναμικών διαδηλώσεων. Τη μέρα αυτή, λοιπόν,  τα εργατικά συνδικάτα του Σικάγο ξεκίνησαν την απεργία τους. Ε νώ η απεργία γενικεύεται , γίνονται προσπάθειες από το κράτος και τους εργοδότες να σταματήσει.

Στις 3 του Μάη, σε συλλαλητήριο  των φορτοεκφορτωτών,  η αστυνομία, για να επιβάλει την τάξη,  πυροβολεί  εναντίον του πλήθους κι ένας  διαδηλωτής σκοτώνεται επί τόπου, τρεις  άλλοι  πέθαναν αργότερα από τα τραύματά τους.

 

Στις 4 του Μάη  οργανώνεται  στην Πλατεία  Χεϊμάρκετ του Σικάγου συγκέντρωση διαμαρτυρίας  για το γεγονός αυτό.  Η συγκέντρωση ήταν μικρή ειρηνική  και λόγω καταιγίδας   γρήγορα διαλύθηκε. Η Αστυνομία  ειδοποιήθηκε από το Δήμαρχο   ότι όλα πήγαν καλά και λίγοι μόνο εργάτες (περίπου 200) είχαν μείνει ακόμη εκεί . Παρόλα αυτά  180 αστυνομικοί ήρθαν   και ο Αστυνόμος  Ward  έδωσε διαταγή διάλυσης. 

Ο ομιλητής Φίλντεν  διαμαρτυρήθηκε, αφού η συγκέντρωση του ήταν ειρηνική. Οι αστυνομικοί κινηθήκαν προς την εξέδρα του ομιλητή. Ξαφνικά ακούστηκε ο συριγμός βόμβας, που έσκασε μπροστά στους αστυνομικούς.  Σκοτώθηκε ένας αστυνομικός και τραυματίστηκαν πάνω από  70.  Οι άλλοι ανασυντάχτηκαν και έστρεψαν τα περίστροφα προς το πλήθος σκοτώνοντας αρκετούς και τραυματίζοντας γύρω στους 200 διαδηλωτές. 



  Τις επόμενες μέρες άλλοι 6 αστυνομικοί πέθαναν από τραύματα που είχαν δεχτεί μέσα στη σύγχυση, μάλλον από συναδέλφους τους, όπως υποστηρίζει ο Πολ  ' Αβριτς στη μελέτη του . Στις μέρες που ακολούθησαν απλώθηκε τρόμος και πανικός από τις συλλήψεις και τις μαζικές εφόδους της αστυνομίας.

   Η τραγωδία του Χέιμαρκετ έδωσε την ευκαιρία στο κράτος να προχωρήσει σε συλλήψεις εργατών ηγετών. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε σκηνοθετημένη δίκη οκτώ άνθρωποι που είτε δε βρίσκονταν στην πλατεία του Χέιμαρκετ όταν ρίχτηκε η βόμβα είτε δεν ήταν σε θέση έμμεσα ή άμεσα να έχουν την παραμικρή εμπλοκή σ’ αυτήν την υπόθεση. 
 Τελικά, από τους 8 οι Πάρσανς, Σπάις, Φίσερ και Ενγκελ απαγχονίστηκαν στις 11 Νοέμβρη 1887, ο Λιγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του και οι Νημπ, Σουάμπ και Φίλντεν καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα.
Εκεί που βρίσκεται σήμερα το μνημείο του Χέιμαρκετ είναι χαραγμένα τα τελευταία λόγια του Σπάις:
«Θα έλθει η εποχή που η σιωπή μας θα είναι δυνατότερη από τις φωνές που στραγγαλίζετε"






Στην Ελλάδα ο πρώτος εορτασμός της Πρωτομαγιάς έγινε το 1892

- Το 1893,  2000 άτομα διαδήλωσαν στις 2 του Μάη, που ήταν Κυριακή, ζητώντας 8ωρη, εργασία, αργία την Κυριακή και ασφάλιση των εργατικών ατυχημάτων.


-Το 1894 γίνεται εκδήλωση με τα ίδια αιτήματαστο Στάδιο. 








 
- Το 1922 γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στον Πειραιά, στον Ηλεκτρικό.

 
-Η πρώτη Πρωτομαγιά που βάφτηκε στο αίμα ήταν εκείνη του 1924 . Στην πλατεία Κοτζιά έγινε συγκέντρωση από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, η οποία απαγορεύτηκε από την κυβέρνηση Παπαναστασίου. Η αστυνομία χτύπησε τους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο εργάτης Σ. Παρακευαϊδης και να τραυματιστούν δεκάδες άλλοι.
 
-Το 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου προχώρησε σε 400 συλλήψεις, κατάληψη γραφείων εργατικών συνδικάτων και κατασχέσεις εφημερίδας.
 
-Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1936. Έγιναν 3 συγκεντρώσεις σε Αθήνα - Πειραία. Στην ιστορία έμεινε εκείνη της Θεσσαλονίκης.




- Πρωτομαγιά του 1944 εκτελούνται 200 κρατούμενοι από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου - οι περισσότεροι Ακροναυπλιώτες και Αναφιώτες εξόριστοι, που είχαν παραδοθεί στους κατακτητές από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου- στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ήταν αντίποινα, γιατί στις 27 Απριλίου 1944 , στους Μολάους της Λακωνίας, αντάρτες του ΕΑΜ έστησαν ενέδρα σε πομπή τεσσάρων γερμανικών αυτοκινήτων, σκοτώνοντας ένα Γερμανό στρατηγό, τους επιτελείς του και το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς του.

"Σκοπευτήριο Καισαριανής¨
του Γ. Ρίτσου

Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες.

-η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο-
ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουνε στο μέλλον.
εμείς μερτικό δε ζητήσαμε...Τίποτα...μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γειά σας."


 































Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Αφιέρωμα στην Επανάσταση του 1821


Ποιο τέλος είχαν άραγε οι γνωστότεροι από τους αγωνιστές του 1821 που δεν σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης;






Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ως το τέλος της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης
συνέχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής.
Υποστήριξε τον Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα. Το 1833, όμως, οι διαφωνίες του με την αντιβασιλεία τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές, πάλι στις φυλακές του Ιτς-Καλέ στο Ναύπλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835, οπότε και ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του «Συμβούλου της Επικρατείας». Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα «Απομνημονεύματά» του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836 και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του 1843 από αποπληξία, επιστρέφοντας από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα.

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Στα 1852 , την περίοδο της Βαυαροκρατίας –Βασιλιάς ο
Όθωνας) o Ήρωας της Επαναστάσεως, ο Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης κατηγορείται ότι ήθελε να σκοτώσει τον Βασιλέα, να ανατρέψει την κυβέρνηση και να καταλάβει την εξουσία.
Αφού παρέμεινε κλεισμένος στο σπίτι του από τον Απρίλιο ως τον Αύγουστο του 1852, τον έκλεισαν μετά στις φυλακές του Μεντρεσέ που ήταν ένα τούρκικο ιεροσπουδαστήριο στην οδό Αιόλου. Η δίκη του άρχισε στις 16 Μαρτίου 1853. Οι στρατοδίκες φάνηκαν αμείλικτοι και εξέδωσαν καταδικαστική απόφαση σε θάνατο. Μετά όμως από τη λαϊκή κατακραυγή όπως και στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη, η ποινή μετατράπηκε αρχικά σε ισόβια, και αργότερα σε δέκα χρόνια φυλακή. Άρρωστος παρέμεινε στη φυλακή έως το Σεπτέμβριο του 1854 που αποφυλακίστηκε σε άθλια όμως σωματική και ψυχική κατάσταση. Στις 20 Απριλίου του 1864 η τότε προσωρινή κυβέρνηση του απένειμε το βαθμό του Αντιστρατήγου. Πέθανε μια εβδομάδα μετά…

Μπουμπουλίνα

Από το 1822 ως τα μέσα του 1824έζησε στο Ναύπλιο.
Την έδιωξαν από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.

Επέστρεψε πικραμένη και με ελάχιστα πλέον χρήματα στις Σπέτσες όπου πέθανε το Μάιο του 1825 από σφαίρα σε οικογενειακό καβγά. Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία .

Μαντώ Μαυρογένους

Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Μύκονο και ξεσήκωσε τους κατοίκους εναντίον των Τούρκων. Σ τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Για τη δραστηριότητά της, συνολικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας ( πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας)της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο.
Μετά την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με το Δημήτριο Υψηλάντη και καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο και έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε στην Πάρο, το 1840, σε ηλικία 44 ετών, πολύ φτωχή, αφού είχε δώσει όλη την περιουσία της στον αγώνα, και λησμονημένη.

Κωνσταντίνος Κανάρης

Την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνα έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Πέθανε σε ηλικία 84 ετών το 1877 ενώ ήταν πρωθυπουργός .

Νικηταράς

Την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνα , το 1839,

θεωρήθηκε ένοχος συνομωσίας κατά του Όθωνα. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος και αφέθηκε ελεύθερος. Οι Βαυαροί όμως δεν δέχτηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου και με υπογραφή του Όθωνα φυλακίστηκε στην Αίγινα. Με όλους αυτούς τους διωγμούς και τις ταλαιπωρίες ο Νικηταράς κουράστηκε. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά. Στην δίκη που έγινε στις 18 Σεπτέμβρη 1841, δόθηκε εντολή να προσαχθεί καθιστός. Αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός.. Έζησε λίγα ακόμη χρόνια με μια μικρή σύνταξη και πέθανε το 1849 στον Πειραιά.

Ανδρέας Λόντος

Στα χρόνια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια συνεργάστηκε με τους αντιπολιτευόμενους στην Ύδρα, ενώ την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνα τιμήθηκε με ανώτερες στρατιωτικές διακρίσεις. Συμμετείχε στο «αγγλικό κόμμα» και πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, όταν ζήτησαν Σύνταγμα από τον Βασιλιά Όθωνα. Έγινε υπουργός των Στρατιωτικών και στη συνέχεια των Εσωτερικών, Πέθανε κάτω από άγνωστες συνθήκες, πιθανά αυτοκτόνησε, στις 27 Σεπτεμβρίου 1846, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του.


Αλέξανδρος Υψηλάντης

Μετά τη μάχη και την ήττα στο Δραγατσάνι (Ιούνιος
1821) ,υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε το Νοέμβριο του 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Πέθανε στη Βιέννη δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του τον Ιανουάριο του 1828.


Δημήτριος Υψηλάντης

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης. Ο Υψηλάντης εκπροσώπησε κυρίως την πλευρά των δημοκρατικών και ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα τον διόρισε στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές οκτώμισι χρόνια πριν. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια ασθένεια από την οποία και πέθανε το 1832 στο Ναύπλιο σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, όπως είδαμε παραπάνω, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό.

Ανδρέας Μιαούλης

Η Αγγλία εκβιάζοντας την ελληνική κυβέρνηση , που είχε ζητήσει δάνειο, , την ανάγκασε να διορίσει τον Κόχραν αντιναύαρχο του ελληνικού στόλου, διορισμός που επικυρώθηκε στις 16 Μαρτίου του 1827 από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας – με τις συνέπειες που είδαμε στη μάχη στον ανάλατο. . Ο Κόχραν ήδη από τις αρχές Μαρτίου είχε φθάσει στην Ελλάδα και συμπεριφερόταν σαν αρχηγός του στόλου με αποτέλεσμα ο Μιαούλης, προβλέποντας την απομάκρυνση του, να υποβάλλει την παραίτηση του χωρίς όμως να αφήσει τον παραμικρό υπαινιγμό για την πράξη της κυβέρνησης. Μετά την παραίτηση του περιορίστηκε στην διοίκηση του πολεμικού πλοίου Ελλάς.

Όταν έγινε κυβερνήτης της Ελλάδας ο Ι. Καποδίστριας, ο Μιαούλης αντικατέστησε τον Κόχραν, ο οποίος είχε φύγει κρυφά για το Λονδίνο, στην αρχηγία του στόλου και κατάφερε σύντομα να κάνει ασφαλείς τις ελληνικές θάλασσες χτυπώντας την πειρατεία.
Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του Καποδίστρια , προσχώρησε στην ομάδα των Υδραίων προκρίτων κι έφτασε στο σημείο να διατάξει την πυρπόληση των ελληνικών πλοίων στο λιμάνι του Πόρου, ενέργεια που τον στιγμάτισε. Πέθανε από φυματίωση, στην Αθήνα το 1835 και τάφηκε στον Πειραιά στην ακτή που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη.

Αφιέρωμα στην επαίτειο της Επανάστασης του 1821 (1)

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ
Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν
(και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.



Είναι ένα διδακτικό ποίημα με πολλούς συμβολισμούς. Ο Καβάφης με αφορμή ένα ιστορικό γεγονός γράφει ένα ποίημα για να μας μιλήσει για τους ανθρώπους εκείνους που μένουν πιστοί στις μεγάλες αξίες και τα ιδανικά τους, ακόμα κι όταν γνωρίζουν ότι ο αγώνας τους θα είναι μάταιος.

Συμβολισμοί
Θερμοπύλες {συμβολίζουν το καθήκον που δεν επιβάλλεται από κάποιο νόμο
αλλά ελεύθερα από τη συνείδηση του κάθε ανθρώπου}
Εφιάλτες όλοι εκείνοι που προδίδουν τελικά τις αξίες και τα ιδανικά , είτε από φόβο είτε από συμφέρον
Μήδοι εκείνοι που καταλύουν, καταστρέφουν, τα ιδανικά και τις υψηλές αξίες


Οι άνθρωποι που πιστεύουν σε ιδανικά λοιπόν έχουν σύμφωνα με τον Καβάφη κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Μας τα αναφέρει στην α΄στροφή στους στίχους 3- 10 :

-Δεν αρκούνται στο να υπερασπίζονται μόνο στα λόγια τις αξίες και τα ιδανικά τους αλλά κάνουν πράξη την υπεράσπιση των ιδανικών αυτών
- Δεν τα παρατάνε στις πρώτες δυσκολίες
- Είναι δίκαιοι και ευθείς άνθρωποι
- Βοηθούν τους αδύναμους ανθρώπους, συμπάσχουν, δεν είναι αλαζονικοί
- Ο καθένας τους κάνει ό,τι μπορεί ανάλογα με τις δυνατότητες και τις δυνάμεις του
- Αγαπούν και υπερασπίζονται την αλήθεια, χωρίς όμως να μισούν αυτούς που λένε ψέματα

Στη δεύτερη στροφή ο ΚΠ Καβάφης τονίζει ότι πιο πολλή τιμή αξίζει σε αυτούς που προβλέπουν, που ξέρουν, ότι στην πορεία θα βρεθούν εκείνοι που θα προδώσουν τα ιδανικά και τις αξίες |(οι Εφιάλτες) και θα νικηθούν από τους ¨Μήδους». Όμως εκείνοι, παρόλα αυτά, δεν τα παρατάνε, προχωράνε μπροστά αν και ξέρουν ότι τους περιμένει η ήττα στο τέλος.

Δραστηριότητα: Ποιοι κατά τη γνώμη σου αγωνιστές του 1821 υπερασπίστηκαν Θερμοπύλες; Πού και πώς; Τι παράδειγμα μας δίνουν εμάς σήμερα;

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

25 Μαρτίου 1821




 Κάνε κλικ


 
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας


 
Η 25η Μαρτίου ορίστηκε με διάταγμα του Βασιλιά Όθωνα , αυθαίρετα, ως η μέρα που ξεκίνησε η επανάσταση του 1821 . Το οθωνικό διάταγμα, αργότερα, μετά από χρόνια, συμπληρώθηκε από παράδοση που ήθελε την αρχή  της επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων και  τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στη μονή αυτή, στις 25 Μαρτίου. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα, που έγινε θρύλος. Γιατί είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η Επανάσταση άρχισε πριν τις 25 Μαρτίου και ότι ο Π. Π. Γερμανός δε σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας στις 25 Μαρτίου, γιατί την ημέρα αυτή δε βρισκόταν στην Αγία Λαύρα, αλλά στα Νεζερά (Αίγιο) της Αχαΐας, όπως ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του. Αλλά και τα τεκμήρια που υπάρχουν διαψεύδουν το θρύλο αυτό, καθώς και οι ιστορικοί της εποχής εκείνης Σ. Τρικούπης, Ι. Φιλήμων, G. Finlay
Στη δημιουργία του θρύλλου  της Αγίας Λαύρας είναι ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ, που έγραψε το 1824 την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και εκεί περιγράφει με φανταστικό τρόπο την σκηνή της Αγίας Λαύρας και του όρκου των επαναστατών.


Τη διάδοσή του βοήθησε και ο πίνακας  του Θ. Βρυζάκη (1814 – 1878) «Υψωσις της σημαίας της Επαναστάσεως εις την Αγίαν Λαύραν», που είναι φανταστική , φιλοτεχνήθηκε το 1851 και
Ο θρύλος διαδόθηκε πλατιά ύστερα από το 1854.







Η σημαία των Ψαρών εί­χε πολλές ομοιότητες με αυτές των Σπετσών και της Ύδpας. Όλα τα σύμβολα ήταν σε κόκκινο χρώμα και το καθένα από αυτά εξέφραζε διάφορα χαρακτηριστικά του Αγώνα:

ο σταυρός :την ιερότητα του σκοπού,

το φίδι : υποστηρίζεται ότι συμβόλιζε  τη δικαιοσύνη ή τη  γνώση ,

η άγκυρα;  την επιμονή και

το πουλί :την εξ’ ουρανού βοήθεια

Η αντεστραμμένη ημισέληνος:  την προσδοκία της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αριστερά η σημαία της Ύδρας και δεξιά των Σπετσών.



Το Δεκέμβριο του 1820 ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας φθάνει στην Πελοπόννησο, σταλμένος από τον  Υψηλάντη με σκοπό να ξεσηκώσει τους Έλληνες.
   Ο Παπαφλέσσας ήταν από τους Φιλικούς που ήθελαν να ξεσηκωθούν αμέσως οι Έλληνες, να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να ελευθερωθούν και να μην περιμένουν βοήθεια από κάποια ξένη δύναμη.

 
Τον Ιανουάριο του 1821 φτάνει στη Μάνη ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ενημερώσει καπεταναίους και προκρίτους για την έναρξη της επανάστασης,  που θα γινόταν στις 25 Μαρτίου, όπως είχαν προγραμματίσει οι Φιλικοί.

    Οι Τούρκοι έχουν υποψιαστεί ότι κάτι συμβαίνει και καλούν στην Τριπολιτσά (Τρίπολη) τους αρχιερείς και τους προκρίτους δήθεν για σύσκεψη. Όσους πήγαν τους φυλάκισαν, για να φοβηθούν οι έλληνες να κάνουν οτιδήποτε, αφού θα σκότωναν οι Τούρκοι τους φυλακισμένους. Αρκετοί έλληνες δεν πήγαν .

   Έτσι το Μάρτιο του 1821 ξεκίνησε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, στην αρχή μεμονωμένα κι ανοργάνωτα.  Μέσα σε λίγες μέρες, από τις 21 Μαρτίου 1821 ως τις 28 Μαρτίου είχε επεκταθεί σ’ όλες τις επαρχίες της. Οι Έλληνες πολιορκητές, κατά οικογένειες, χωρίς όπλα και αρχηγούς, απέκλειαν τους δρόμους ανεφοδιασμού των κάστρων. Ουσιαστικά μόνο τα φρούρια, η Τριπολιτσά και η γύρω περιοχή, είχαν παραμείνει στην εξουσία των Τούρκων.
   
 



Οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο

·    Στις 21 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν στα Καλάβρυτα 600 ένοπλοι αγωνιστές. Ύστερα από αντίσταση 5 ημερών πέφτουν στα χέρια τους. Αυτή ήταν η πρώτη πολεμική επιχείρηση στην Πελοπόννησο.
·   Διαφάνεια 6
   (Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υψώνει τη σημαία της ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα.  Φανταστική λιθογραφία του Vincent Kazler.)
    


    O Ανδρέας Λόντος ύψωσε την πρώτη ελληνική επαναστατική σημαία στο Αίγιο (21 – 23 Μαρτίου). Στη συνέχεια απελευθερώθηκε η Πάτρα.



 ·          


    Στις 23 Μαρτίου 1821 απελευθερώθηκε η Καλαμάτα.




Η έναρξη της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα

ΗΕπανάσταση ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου και στις 27 Μαρτίου 1821 άρχισε η πολιορκία των Σαλώνων.  Σημαντικές μορές ο Πανουργιάς, ο Αθανάσιος διάκος, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας.

Η έναρξη της επανάστασης στα νησιά
Πρώτες επαναστάτησαν οι Σπέτσες με τη Μπουμπουλίνα, μετά τα Ψαρά, στη συνέχεια και άλλα νησιά και σύντομα μόνο ελληνικά πλοία έπλεαν στο Αιγαίο .





Η έναρξη της επανάστασης στη Μακεδονία

Στη Μακεδονία συγκεκριμένα διακρίθηκε ο μεγάλος αγωνιστής Εμμανουήλ Παπάς, που κατάφερε να ξεσηκώσει όλη τη Μακεδονία και έδωσε όλη του την περιουσία στον αγώνα. 




Τα αντίποινα των Τούρκων

Ο Σουλτάνος, μόλις πληροφορείται για την Επανάσταση, διατάσει αντίποινα εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, του Αιβαλί. Ανάμεσα στα θύματα ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.





 Μέρος του λόγου που εκφώνησε ο Κολοκοτρώνης στην Πνύκα. 

Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διότι ηθέλαμεν συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρίαμας, πυροβολικό μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την ειδικήν μας, την τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν , όπου ετελειώσαμεν με καλά τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες, αναθέματα».

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε